αλησμόνητος

[ализмонитос] εκ. незабываемый, незабвенный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αλησμόνητος" в других словарях:

  • αλησμόνητος — η, ο (Α ἀλησμόνητος, ον) [λησμονῶ] αυτός που δεν λησμονιέται, δεν λησμονήθηκε ή δεν είναι δυνατόν να λησμονηθεί, ο αξέχαστος …   Dictionary of Greek

  • αλησμόνητος — η, ο επίρρ. α αυτός που δε λησμονιέται, αξέχαστος: Αλησμόνητη θα μας μείνει η φιλοξενία σας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άλαστος — ἄλαστος, ον (Α) 1. (για καταστάσεις) α. αλησμόνητος, αξέχαστος β. αφόρητος, δεινός 2. (για πρόσωπα) α. δημιουργός αλησμόνητων έργων, αλησμόνητος β. καταραμένος, άθλιος 3. (το ουδ. ως επίρρ.) τὸ ἄλαστον ακατάπαυστα 4. φρ. «ὀδύρομαι ἄλαστον», θρηνώ …   Dictionary of Greek

  • άληστος — Επώνυμο των Θεσσαλών ζωγράφων Ιωάννη και Γεωργίου που εργάστηκαν στα χωριά Κοκκωτοί και Τσιγγέλι της Θεσσαλίας, στα χρόνια 1636 και 1665. * * * (Α ἄληστος, ον) 1. αυτός που δεν μπορεί να λησμονηθεί, αλησμόνητος, αξέχαστος «ο αλήστου μνήμης...», ο …   Dictionary of Greek

  • αείκλαυστος — η, ο (AM ἀείκλαυτος ον) ο αιώνια θρηνούμενος μσν. νεοελλ. ο άξιος να θρηνείται αιώνια, αλησμόνητος, αξέχαστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀεὶ + κλαυστὸς < θ. κλαυσ (πρβλ. ἔκλαυσα) του κλαίω] …   Dictionary of Greek

  • αείμνηστος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Στρατηγός των χιλίων Πλαταιέων (6ος 5ος αι. π.Χ.) που τοποθετήθηκαν από τον Μιλτιάδη στο αριστερό κέρας της παράταξης του ελληνικού στρατού, στη μάχη του Μαραθώνα. 2. Σπαρτιάτης (5ος αι. π.Χ.) που σκότωσε με το χέρι… …   Dictionary of Greek

  • αειμνημόνευτος — ἀειμνημόνευτος, ον (Α) αυτός που πάντοτε μνημονεύεται, αλησμόνητος, αξέχαστος …   Dictionary of Greek

  • αθάνατος — Άλλη ονομασία του φυτού αγαύη (βλ. λ.). * * * η, ο (Α ἀθάνατος, ον) 1. αυτός που δεν υπόκειται σε φυσικό θάνατο, που δεν πεθαίνει, αιώνιος 2. (για αφηρημένες έννοιες) ακατάλυτος, αναλλοίωτος, άφθαρτος νεοελλ. 1. υπέροχος, έξοχος, θεσπέσιος,… …   Dictionary of Greek

  • ανεπίληστος — ἀνεπίληστος, ον (AM) αλησμόνητος, «άληστος». [ΕΤΥΜΟΛ. < αν στερ. + επιλανθάνω «λησμονώ»] …   Dictionary of Greek

  • αξέχαστος — η, ο αλησμόνητος, αυτός που τον θυμάται κάποιος με νοσταλγία ή συγκίνηση …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.